Τα πρώτα μαθητικά χρόνια

   Έντονα και ανεξίτηλα παραμένουνε στη μνήμη μου τα πρώτα μαθητικά χρόνια στο Δημοτικό σχολείο του χωριού μου (Μαρωνιά). Η σχολική περίοδος αρχινούσε με τον αγιασμό από τον παππά Κουρή που μας ήκανε και κατηχητικό τα Σαββατόβραδα. Μετά το κάλεσμα από την καμπάνα τσ’ εκκλησάς επηγαίναμε στο σκολειό, εσταματούσαμε στη γραμμή του συσσιτίου για να πιούμε γάλα και να φάμε εκείνο το νοστιμότατο κίτρινο τυρί. Ύστερα, παρατεταγμένοι όλοι οι μαθητάδες και οι μαθήτριες μπροστά στα σκαλονάκια, εκάναμε την προσευχή μας και εμπαίναμε μέσα για να κάτσει ο καθένας στο θρανίο του. Εσωτερικά και εξωτερικά το σχολείο ήτανε βαμένο με ώχρα και διακοσμημένο με φωτογραφίες των ηρώων του ’21 κρεμασμένες γύρου-γύρου στον τοίχο, με το μεγάλο χάρτη τσ’ Έλλάδας, με την υδρόγειο σφαίρα απάνω στην έδρα του δασκάλου μας Μιχαήλ Μαλλιαρουδάκη και στη μέση-μέση τσ’ αίθουσας μια στρογγυλή ξυλόσομπα για το χειμώνα. Δεξιά και αριστερά στην έδρα, αποτελούμενη από ένα τραπέζι και μια καρέκλα πάνω σε μια τετράγωνη βάση, ήτανε οι μαυροπίνακες, ένας μικρός και ένας μεγαλύτερος. Οι μικρές τάξεις είχαμε στη γωνία το αριθμητήριο (άβακα) για την εκμάθηση των αριθμών ή δέκα πελεκημένα ξυλαράκια ή εμετρούσαμε με τα δάκτυλα.

   Τα πρωτοταξιτάκια εφοδιασμένα με τη μάλλινη ντάσκα, την πλάκα με το κοντύλι και το σφουγγαράκι, την κασετίνα με τα μολύβια, την ξύστρα και την πλαστελίνη, το τετράδιο για τα γράμματα και το άλλο με τα τετραγωνάκια για τους αριθμούς και το αλφαβητάρι, εμπαίναμε στα βάσανα με τη συμβουλή τση μάνας: Μάθε παιδί μου γράμματα και με εκείνο το επαναλαμβανόμενο: Πέτρα πελεκημένη, στο βουνό δεν απομένει, σε αντίθεση με τη δική μας γνώμη που είχαμε στο μυαλό μας στσι πουλιτσές και στα παιχνίδια.

   Στο θρανίο εκαθόμαστε δυο-δυο τα παιδιά χωρισμένα σε τάξεις. Τα θρανία ήτανε ξύλινα και είχανε στη μέση μια κυκλική υποδοχή όπου εβάνανε τον κουκουμά με το μελάνι. Μέσα στον κουκουμά εβουτούσαμε την πένα με τον κοντυλοφόρο και εγράφαμε μια-δυο λέξεις στο τετράδιο, ύστερα την ξαναβουτούσαμε για να ξαναγράψουμε μέχρι να τελειώσουμε το κείμενο. Αυτή η διαδικασία απαιτούσε μεγάλη προσοχή για να μη μουτζουλώνομε τα τετράδια και τα ρούχα. Για να στεγνώνουμε πιο γρήγορα τα γράμματα τα πιέζαμε με το στυπόχαρτο ή με το όστρακο της σουπιάς.

3oDimotiko_mathites_G_taxi_Karnavalia_1968

  Στον πίνακα εβγαίναμε και εγράφαμε με την κιμωλία για να τα σβήσομε εδά ύστερα με το σφουγγάρι ή με ένα μικρό μαξελαράκι ή με τα χέρια και καμιά φορά με τον αγκώνα. 

  Δυο ώρες μετά την έναρξη εκάναμε διάλειμμα και το μεσημέρι, δώδεκα η ώρα, ήπεμπε ο δάσκαλος ένα μαθητή και ήπαιζε την καμπάνα για να κάνομε τρεις ώρες διακοπή και να ξαναπάμε το απόγευμα. Τη μεσημβρινή εκείνη διακοπή εγλακούσαμε στο σπίτι με γέλια και χαρές και αν ήτανε οι γονείς μας στα χωράφια επηγαίναμε κι εμείς για να φάμε και για να κάνουμε κανένα μετάπιασμα.

  Αυτά εγενότανε από τη Δευτέρα μέχρι και το Σάββατο. Την Κυριακή ο δάσκαλος με όλα τα κοπέλια συντεταγμένα κατά τριάδες επηγαίναμε στην εκκλησά. Κατά τη λειτουργία τα μεγαλύτερα σκολιαρούδικα ελέγαμε μπροστά στην Ωραία Πύλη το <<Πιστεύω>> με το <<Πάτερ ημών>> και οι καλλίφωνοι να καλαναρχούμε στα αναλόγια και να μουρμουρίζουμε.

  Σε κάθε εθνική επέτειο εκάναμε σχολική γιορτή με απαγγελίες ποιημάτων και λαμπαδηφορία τραγουδώντας τον ύμνο της Κρήτης και άλλα πατριωτικά άσματα.

  Γιορτές εκάναμε και στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς με έκθεση χειροτεχνημάτων και γυμναστικών επιδείξεων. Στο τέλος αυτής της εορτής επαίρναμε τα ενδεικτικά και τα απολυτήρια όσοι είχανε τελειώσει το Δημοτικό.

  Όποιος μαθητής επόμενε στην ίδια τάξη του λεγε ο δάσκαλος: Τα ενδεικτικά δεν εφτάξανε οφέτος μόνο να ξανάρθεις του χρόνου ενωρίς να πάρεις και συ το δικό σου.

  Τα ενδεικτικά και τα απολυτήρια, εκτός από τη βαθμολογία, εγράφανε και τη διαγωγή του κάθε μαθητή. Η διαγωγή διακρινότανε σε κακή, κοσμία και κοσμιοτάτη.

  Όποιος είχε κακή διαγωγή φυσικά επόμενε στην ίδια τάξη. Στην ίδια τάξη επομένανε και όσοι είχανε οι πατεράδες τους πάσης φύσεως διενέξεις και διαφορές. Η διαγωγή ήβγαινε ανάλογα με το πόσες τιμωρίες είχε ο μαθητής κατά τη σχολική περίοδο. Οι τιμωρίες ήτανε: Να γράψομε 50 ή 100 φορές μια λέξη ή μια πρόταση, να σταθούμε δίπλα στον πίνακα με τον ένα πόδα στον τοίχο ορισμένη ώρα, να φάμε στο κρανία καμιά κατραπακιά με το χάρακα ή κανένα χαστούκι ή να μασε σύρει ο δάσκαλος τ’ αφτιά και να εισπράξομε στα χέρια με τη βέργα, που επηγαίναμε οι ίδιοι, ορισμένες ξυλιές (χτυπήματα) ανάλογες με το παράπτωμα που είχαμε υποπέσει. Τα παραπτώματα εκείνου του καιρού ήτανε:

  • όταν είμαστε αδιάβαστοι
  • όταν εκάναμε κανένα καμίνι (απουσία) από τα μαθήματα
  • όταν εχαλούσαμε καμιά πουλιτσά (φωλιά) και μας μολογούσε άλλο κοπέλι
  • όταν κρατούσαμε σφεντόνα
  • όταν πηδούσαμε στο σωρό της πυρήνας του εργοστασίου και διάφορα άλλα τέτοιου είδους πταίσματα και κακουργήματα

  Τιμωρός του μαθητή ήτανε ο δάσκαλος και του δασκάλου ο επιθεωρητής, που ερχότανε ένα-δυο φορές το χρόνο για να βαθμολογήσει το δάσκαλο σύμφωνα με τη δική μας απόδοση και τη δική του παράδοση και εξέταση.

  Όταν εγενότανε γνωστή  η επίσκεψη του επιθεωρητή μας ήλουνε η μάνα μας απο βραδύς, μας ήκοβγε τα νύχια, μας ήβανε το πρωϊ καινούργια ρουχαλάκια και όσοι είχανε παπουτσάκια τα βάνανε αλλά εκάνανε το   σταυρό τους πότε να φύγει ο επιθεωρητής για να τα βγάλουνε επειδή τα <<κόβγανε>> και τα εμποδίζανε στα συνηθισμένα στη ξυπολισιά πόδια. Όλα αυτά ήτανε οι δυσάρεστες καταστάσεις και αναμνήσεις από εκείνα τα πρώτα μαθητικά χρόνια στο σκολειό.

    Υπήρχανε όμως και ευχάριστες, όπως το καθημερινό διάλειμμα, οι εκδρομές όπου εγενότανε τα έλα να δεις από τις φωνές και τα τραγούδια, οι εορτές τω Χριστουγέννω και του Πάσχα, όπως φυσικά και οι οι διακοπές του καλοκαιριού. Τότε εγκαταλείπαμε τα βιβλία και τα διαβάσματα και το ρίχναμε στα παιχνίδια και τη βόλιτα. Πολλές φορές όμως εβοηθούσαμε και τους γονείς μας σε διάφορες δουλειές όπως: να βρίσκουμε ξύλα και να τα πηγαίνουμε στο σπίτι για να ανάβει η μάνα μας με την παραστιά και να μαγειρεύγει. Να βοηθούμε στο μάζεμα των ελιών ή των σταφυλιών. Να πηγαίνουμε στο ραντολοϊ και το σπουδαιότερο να βάνομε ένα τσουβάλι στον ώμο, να γυρίζομε δρόμους και ποταμούς, για να μαζώνομε καβαλίνες απαραίτητες στη λίπανση.

Από το βιβλίο <<Το ραντολόι>>, του Γιάννη Κριτσωτάκη