Παύλος Εξουζίδης – Ο βιολάτορας της Ζάκρου, του Γιώργου Βιολιδάκη*

Τιμητική βραδιά

Παύλος Εξουζίδης

                                                                Σητεία 19 Αυγούστου 2014

 

Το επώνυμο Εξουζίδης, εύλογα προκαλεί εντύπωση και μόνο από την έλλειψη της κατάληξης –άκης σε ένα παιδί της προσχολικής ηλικίας στην Κρήτη. Πόσο μάλλον όταν βλέπει ένα άγνωστο με αυτό το επίθετο να φτάνει στο καφενείο και όλοι να τον χαιρετούν σαν ένα καλό γνώριμο με πλατύ χαμόγελο ενώ ο ίδιος απευθύνεται στον καθένα με το όνομά του… και με κρητική προφορά!!!

Τον Παύλο τον είδα πρώτη φορά πριν πολλά χρόνια, σε μια από τις επισκέψεις του στη Ζάκρο, σε ένα καφενείο που ήμουν με τον παππού μου. Απόχωστα απόχωστα τον ρώτησα:

«Ντα, ποιος είναι τοσές παππού;»

«Ετουτοσές είναι ο Παύλος απού παίζει το βιολί».

«Και πού τονε κατέχεις;»

«Από παέ ’ναι».

«Μα, δεν τον έχω ξαναδεί».

«Στη Γεράπετρο ξωμένει».

Αυτές ήταν οι πρώτες τηλεγραφικές συστάσεις, αλλά τα ερωτήματα που δημιουργήθηκαν από τότε πολλά, όπως και ο θαυμασμός. Μέχρι τότε οι μόνοι βιολάτορες που ήξερα ήτανε ο Καλόμοιρος και ο Μαέστρος. Εκείνοι ήταν κοινοί συγχωριανοί ή απλά αυτός ο παράξενος άνθρωπος είχε κάτι το ιδιαίτερο και τον χαιρετούσαν όλοι με τέτοια εγκαρδιότητα; Πώς δεν είχε κρητικό επίθετο αλλά ήταν Ζακρίτης; Και γιατί έμενε στην Ιεράπετρα; Και η υπόλοιπη οικογένειά του; Δεν είχε αδέρφια στο χωριό να τον συσχετίσω ή το Εξουζίδης ήταν παρανόμι; Ακατανόητο το να είναι χωριανός!!! Μπορεί να ήμουν περίπου 5 χρονών αλλά όλους τους ήξερα!!!

Πού να φανταζόμουν ότι περίπου 30 χρόνια μετά θα μιλούσα δημόσια για αυτόν τον άνθρωπο χρησιμοποιώντας μάλιστα εκείνες τις πρώτες πληροφορίες, μαζί με άλλες, για να σκιαγραφήσω το προφίλ ενός ανθρώπου, που το δέος της πρώτης οπτικής επαφής μαζί του ποτέ δε με εγκατέλειψε.

Τα ερωτηματικά που δημιουργήθηκαν στο παιδικό μου μυαλουδάκι τυχαίνει και ανταποκρίνονται στις θεματικές στις οποίες έχει χωρίσει την αποψινή βραδιά ο φίλος Μάνος Παπαδάκης. Πολλοί τον έχουν τιμήσει για την προσφορά του στην παραδοσιακή μας μουσική αλλά ο τόπος του ακόμη. Και χάρη στο Μάνο, που ανέλαβε όλο το βάρος της οργάνωσης της αποψινής βραδιάς, ήρθε η στιγμή ο Παύλος να λάβει από τους συντοπίτες του ένα ελάχιστο ευχαριστώ για όλα όσα έχει προσφέρει.

Ο Παύλος Εξουζίδης γεννήθηκε το 1931 στο Κρίμσκι της Ουκρανίας, που τότε ανήκε στην Σοβιετική Ένωση. Είναι το πρώτο παιδί του Χαράλαμπου και της Ελισάβετ Σιδηροπούλου.

IMG_0009

Φωτ. Οι γονείς του Παύλου Εξουζίδη

Με τους γονείς του και τα δύο μικρότερα αδέρφια του, την Κυριακή και τη Σοφία, αναγκάστηκε το 1939 από το καθεστώς του Στάλιν να εγκαταλείψει την γενέθλια γη, αφού δημεύτηκε η περιουσία της οικογένειας. Τα μέλη της σκορπίστηκαν, και μόνο το 1952 μέσω του Ερυθρού Σταυρού ο πατέρας του Παύλου κατόρθωσε να εντοπίσουν τους υπόλοιπους συγγενείς (παππού και γιαγιά) στην Θεσσαλονίκη. Μαζί με άλλες 3 οικογένειες, η οικογένεια του Χαράλαμπου Εξουζίδη εγκαθίσταται για 1 περίπου χρόνο στη Σητεία, αλλά με την κήρυξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου αναγκάζεται και πάλι να αναζητήσει καλύτερο τόπο εγκατάστασης, λόγω του φόβου των βομβαρδισμών. Με τον αδελφό του πατέρα του, Γιάννη (ο οποίος στο μεταξύ σε δεύτερο γάμο παντρεύτηκε μία αδερφή του Μητσακάκη του Ζαχαροπλάστη, μιας και η πρώτη του γυναίκα είχε πεθάνει στο ταξίδι, αφήνοντάς του 2 ορφανά) επέλεξαν τη Ζάκρο. Όπως ο ίδιος ο Παύλος λέει: «Στη Ζάκρο βρήκαμε καλούς αθρώπους και αποφασίσαμε να μείνουμε».

IMG_0021

Φωτ. Μαζί με την αδερφή του.

Σε επαγγελματικό επίπεδο θέλησε να ακολουθήσει το επάγγελμα του ξυλουργού, καθώς είχε κλήση σε αυτό από μικρός.  Για το λόγο αυτό από 14 ετών θήτευσε για μικρά χρονικά διαστήματα δίπλα σε μαραγκούς από τους οποίους προσπάθησε να πάρει όσο το δυνατόν τα τεχνικά του επαγγέλματος και όχι τόσο την ίδια την τέχνη, που την ήξερε και την αγαπούσε, παρατηρώντας τους, όσο τον έβαζαν να κάνει αγγαρείες, τον τρόπο που σημάδευαν και μετρούσαν για να κατασκευάσουν έπιπλα και άλλα ξύλινα αντικείμενα.

IMG_0024

Ο Παύλος σε ηλικία 22 χρονών, αφού αποφάσισε να μην μείνει με την υπόλοιπη οικογένειά του στην Θεσσαλονίκη μετά την επανασύνδεσή της μέσω του Ερυθρού Σταυρού αλλά να γυρίσει στη Ζάκρο, παντρεύτηκε την «πρώην προξενήτρα του» Ειρήνη Δασκαλάκη, την πιο πιστή του πασαδόρο στα αναρίθμητα γλέντια που έχει συμμετάσχει και μαζί της είναι 61 χρόνια.

IMG_0017

IMG_0028

Φωτ. Ο Παύλος Εξουζίδης με την μόνιμη πασαδόρο του, την γυναίκα του Ειρήνη.

Το 1964 έφυγε από τη Ζάκρο και εγκαταστάθηκε στην Ιεράπετρα για επαγγελματικούς λόγους όπου και παρέμεινε για πολλά χρόνια. Εκεί μουσικά ο μόνος σκοπός που μπήκε στο ρεπερτόριό του ήταν ο Πρινιώτης που δεν χορευόταν στη Ζάκρο. Από τη συνταξιοδότησή του και μετά πραγματοποίησε πολλά γλέντια και γνωρίστηκε με όλους τους καλλιτέχνες της Κρήτης, όπως τον Κουνέλη, τον Ναύτη κλπ. Ο Παύλος Εξουζίδης σταδιακά με την πείρα που αποκτούσε διαμόρφωσε κάποια δικά του γυρίσματα σε προϋπάρχουσες κοντυλιές. Ποτέ όμως δεν τραγούδησε, εκτός από την επανάληψη του πρώτου μισού της μαντινιάδας και αυτό όχι πάντα.

Τα τελευταία χρόνια έχει επιστρέψει στη Ζάκρο.

IMG_0023

Είναι εύκολα κατανοητό το πόσο δύσκολα ήταν τα πρώτα χρόνια στη νέα γη για ολόκληρη την οικογένεια. Η επιβίωση ήταν πρωταρχικής σημασίας. Ο Πατέρας του Παύλου νοίκιασε μέχρι το 1952 που έφυγε για να συναντήσει την υπόλοιπη οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη, τον πρώην μοναστηριακό μύλο στη Ζάκρο του Γεωργίου Μανουσάκη ή Καμούτση, τον οποίο είχε αποκτήσει μετά την απαλλοτρίωση της εκκλησιαστικής περιουσίας για την αποκατάσταση των Εφέδρων Αξιωματικών του Μικρασιατικού Αγώνα. Με βοηθό τον πρωτότοκο γιό του Παύλο στη λειτουργία του νερόμυλου, αλλά και με αγροτικά μεροκάματα ο Χαράλαμπος κατόρθωσε να συντηρήσει την οικογένειά του στην οποία σταδιακά προστέθηκαν άλλα τρία μέλη (ο Στέλιος, ο Γιώργος και η Ευαγγελία).

Μόλις δέκα χρονών παιδί ο Παύλος στις ώρες που δεν είχε δουλειά στο Μύλο πελεκούσε ξύλα και ασφεντρουλιές και κατασκεύαζε από κονσερβοκούτια διάφορα παιχνίδια τα οποία πουλούσε στα άλλα παιδιά της ηλικίας του και με τα χρήματα αυτά αγόραζε τα κοντύλια και τσι πλάκες για το σχολειό. Εκεί πειραματίστηκε να φτιάξει και τελικά τα κατάφερε την πρώτη του λύρα, μιας και είχε από το οικογενειακό του περιβάλλον τα πρώτα μουσικά ερεθίσματα, μιας και ο πατέρας του  έπαιζε κεμεντζέ, ποντιακή λύρα και ο θείος του Γιάννης ακορντεόν.

Το στάμπο για να πελεκήσει την πρώτη του λύρα το πήρε από τον Εμμανουήλ Νερουλίδη (Μπιλιό) και για την πρώτη του βιολόλυρα από τον Νικόλαο Κουνελάκη, που του δάνεισαν αντίστοιχα τα όργανα. Η πρώτη λύρα που έφτιαξε ήταν από πλάτανο, «απού επελεκούντανε εύκολα», η δεύτερη από σφάκα και κυπαρίσι, ενώ έφτιαξε και μία από καρυδιά που είχε καλύτερη απόδοση και τον ικανοποιούσε περισσότερο στο αυτί. Προτιμούσε όμως τις βιολόλυρες μιας και είχε από τότε χοντρά δάχτυλα και η λύρα δεν τον βόλευε να παίζει. Τις χορδές για την πρώτη λύρα τις έφτιαξε από τις ίνες του φυτού αθάνατος, ενώ στις επόμενες τις αγόραζε, μετά από πεζοπορία 5 ωρών ερχόμενος στη Σητεία, από το κατάστημα που διατηρούσε ο Δερμιτζογιάννης. Έτσι ξεκίνησε η σχέση του με τον μεγάλο εκπρόσωπο της Σητειακής Μουσικής, ο οποίος τον αγαπούσε ιδιαίτερα, σχέση που εξελίχθηκε και διήρκεσε μέχρι το θάνατό του.

exouzidis

Αρχικά ο Παύλος κατάφερε να μάθει στη λύρα κάποια σχολικά τραγούδια τα οποία τον έβαζε να παίζει σε σχολικές εορτές η δασκάλα Δέσποινα Αϊλαμάκη, και η Χρυσάνθη Κουκάκη στο θεατρικό του πολιτιστικού Συλλόγου «Μέλισσα» της Ζάκρου. Σιγά σιγά ξεκίνησε να μαθαίνει εντελώς μόνος του κρητικά κομμάτια στη λύρα και να προσπαθεί να αποδώσει τα ακούσματα που είχε από τους Ζακρήτες οργανοπαίκτες. Εκείνη την εποχή στη Ζάκρο οργανοπαίκτες ήταν οι:

  1. Γεώργιος Ανατολιωτάκης (βιολί)
  2. Εμμανουήλ Καλομοιράκης (βιολί)
  3. Νικόλαος Κουνελάκης (λύρα-βιολί)
  4. Εμμανουήλ Νερουλίδης (λύρα και βιολί)
  5. Εμμανουήλ Ροδανάκης (λύρα –βιολί)
  6. Γεώργιος Σολιδάκης (βιολί)

Εμπειρικά, «με το αυτί» έμαθε χωρίς κάποιος να τον καθοδηγήσει και ξεκίνησε να συμμετέχει σε παρέες. Όχι όμως σε γλέντια αφού οι έμπειροι οργανοπαίκτες δεν τον άφηναν. Το ρεπερτόριό του αποτελούνταν από τα κομμάτια που τότε συνηθίζονταν να παίζονται στη Ζάκρο: κοντυλιές, πηδηχτός, αγκαλιαστός, ζερβόδεξος, συρτός κλπ. «Μόνο το  Πρινιώτη δεν εχορεύγανε στη Ζάκρο. Όλους τσι άλλους χορούς τσι ’παιζα και τσι χορεύγανε».

IMG_0001

Η βελτίωσή του ήταν τέτοια που ο Δερμιτζογιάννης, όποτε τον επισκεπτόταν στο κατάστημά του για να πάρει χορδές, έβαζε τον Παύλο να παίζει και εκείνος τραγουδούσε ή του κρατούσε πάσο, επαινώντας την πρόοδό του και επικροτώντας με τον τρόπο αυτό την προσπάθεια που κατέβαλε.

Ο Παύλος μέχρι το 1947-8 ασχολήθηκε αποκλειστικά με την λύρα.

 6 Αυγούστου 1951

Επειδή δεν τον ικανοποιούσε απόλυτα ο ήχος της λύρας, ο Παύλος αποφάσισε να στραφεί στο βιολί. Σε αυτό σίγουρο είναι ότι τον επηρέασε και η προσωπική του γνωριμία με τον Στρατή Καλογερίδη, τον οποίο είχε γνωρίσει προσωπικά το 1946 σε ένα γάμο στου Κανένε, όπου είχε πάει ως μαθητευόμενος μαραγκός για να στήσει την κρεβατοκάμαρα των μελλονύμφων. Όταν έμαθε ότι θα παίζει στο γάμο ο Καλογερίδης ζήτησε από το μάστορά του την άδεια να μείνει στο χωριό και να μην επιστρέψει αμέσως στη Σητεία. Αυτός που γνώρισε την αγάπη του Παύλου για τη μουσική του το επέτρεψε και έτσι έγινε η πρώτη οπτικοακουστική επαφή του νεαρού Παύλου με τον καταξιωμένο Καλογερίδη.

Και ενώ η κατασκευή της λύρας ήταν εύκολη για τον Παύλο, δεν ίσχυε το ίδιο και για το βιολί. Έπρεπε να αποκτήσει ένα έτοιμο και ο μόνος τρόπος ήταν να επισκεφτεί το εμπορικό κατάστημα του Δερμιτζογιάννη.

Υπό βροχή ξεκίνησε από τη Ζάκρο για τη Σητεία όπου έφτασε βρεγμένος. Ο Δερμιτζογιάννης νόμιζε ότι είχε πάει πάλι για να αγοράσει χορδές. Αλλά όταν του είπε ότι ο σκοπός του ήταν να αγοράσει ένα βιολί του έδειξε 3 που κρέμονταν στον τοίχο και έγραφαν: 500δρχ το πρώτο, 1500δρχ το δεύτερο και 2500δρχ το τρίτο. Ο Παύλος αναγκαστικά διάλεξε το πιο φτηνό, όμως ο Δερμιτζογιάννης του έδωσε το ακριβότερο αφού τον θεωρούσε ένα ολοκληρωμένο μουσικό και γνώριζε ότι το πιο καλό βιολί στα χέρια του θα βρει ένα άξιο χειριστή, και επιμένοντας του είπε: «πάρτο παιδί μου και όντε ν έχεις λεφτά θα μου φέρνεις». Τελικά το ξεπλήρωσε μετά από 2,5 χρόνια. Αυτό το βιολί ο Παύλος το έχει ακόμα στην κατοχή του, επισκευασμένο αφού σε μια καντάδα το πλάκωσε και το έσπασε.

IMG_0012

Αφού απέκτησε το βιολί, επέστρεψε στη Ζάκρο και στο νερόμυλο προσπαθούσε να κάνει τη μεγάλη μετάβαση, από τη λύρα στο βιολί. Το να βρει τις νότες δεν τον δυσκόλεψε. Το δύσκολο σημείο της εκμάθησης του νέου οργάνου ήταν η χρήση του δοξαριού. Ο λόγος για τον οποίο ο Παύλος έχει πολύ σταθερό χέρι και κουνάει μόνο τον αγκώνα και τον καρπό όταν παίζει οφείλεται ακριβώς στη λύση που του πρότεινε ο συγχωριανός του βιολάτορας Γεώργιος Σολιδάκης. Περνώντας έξω από τον μύλο τον άκουσε να προσπαθεί να παίξει στο βιολί, και γνωρίζοντας ότι ως τότε ο Παύλος έπαιζε λύρα μπήκε και τον είδε να προβληματίζεται για το πώς θα χρησιμοποιήσει το δοξάρι. Ο Σολιδάκης ζήτησε από τη μάνα του Παύλου ένα πετρολεκανίδι, του το έβαλε κάτω από τη μασχάλη και του είπε: «σφίγγε το να μη σου πέσει και παίζε». Επί 2 βδομάδες το πήλινο σκεύος υπενθύμιζε στον Παύλο ότι δεν έπρεπε να χαλαρώνει τον ώμο του. Και έτσι πέτυχε να κρατάει το χέρι του σταθερό.

Πορεία με μεγάλη παρέα στο μεσοστράτι από Ζάκρο προς Σκαλιά 23-4-57

Το ρεπερτόριό του στο βιολί εμπλουτίστηκε με τι άλλο; Με τις κοντυλιές του Καλογερίδη. Ζήτησε από τη μελλοντική του θεία Χρυσάνθη Κουκάκη να του δανείσει ένα γραμμόφωνο που είχε και μια πλάκα με κοντυλιές του Καλογερίδη και ακούγοντάς τις προσπάθησε να τις μάθει μαζί με άλλα κομμάτια, νησιώτικα και ευρωπαϊκά. Όπως και με τη λύρα ο Παύλος δεν είχε κανένα δάσκαλο να τον μάθει κάτι στο βιολί, αλλά ό,τι έμαθε το έμαθε μόνος του.

Απεναντίας ο ίδιος ο Παύλος που με επιμονή, μεράκι και πείσμα έμαθε μόνος του να παίζει, δεν αρνήθηκε ποτέ οποιαδήποτε βοήθεια σε όποιον νέο τον πλησίαζε και του ζητούσε να τον μάθει, να τον ακούσει, να τον ηχογραφήσει και να τον καθοδηγήσει στα πρώτα του μουσικά βήματα. Μεταξύ των μαθητών του και των ανθρώπων που ευεργετήθηκαν από την δοτικότητα του Παύλου βρίσκονται ανάμεσά μας απόψε πολλοί. Και αυτό γιατί όπως λέει  «αγάπησα το όργανο. δε το ’καμα ούτε για τα λεφτά, ούτε για πράμα άλλο, αλλά μόνο γιατί το αγάπησα. κι από τη στιγμή που το πιασα και το ’μαθα δεν εξανάπιασα λύρα στα χέρια μου να παίξω».

20140706_100047

Το παίξιμο του Παύλου στο βιολί έχει την αυθεντικότητα του νεοφώτιστου. Εισήλθε σε μια μουσική παράδοση χωρίς προηγουμένως να έχει ακούσματά της και μάλιστα σε μία περίοδο που μεσουρανούσαν όλοι οι σπουδαίοι της περιοχής, με πρώτο και κορυφαίο το Στρατή Καλογερίδη.

Επειδή το μεράκι και η αγάπη του για το όργανο ήταν μεγάλη ο Παύλος ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά, θα λέγαμε, πέρα από το κύριο επάγγελμά του που είναι ξυλουργός, σε γάμους, πανηγύρια, παρέες, να κάνει καντάδες και να γίνεται περιζήτητος στις παρέες. Στο τελευταίο τον βοήθησε πολύ και η ιδιοσυγκρασία του: εύθυμος, αισιόδοξος άνθρωπος από τη φύση του και χορατατζής δεν άφηνε τα προβλήματα να κάμψουν τη διάθεσή του για συμμετοχή σε παρέες και γλέντια. Κατά καιρούς είχε μαζί του πασαδώρους στους οποίους μάθαινε να τον συνοδεύουν στην κιθάρα, να τον ακομπανιάρουν. Κοπανιαμέντο το έλεγαν πολλοί ίσως γιατί απλά κοπανούσαν τις χορδές στο ρυθμό, όμως υπήρξαν και άλλοι πιο  έμπειροι μουσικά,  που έμαθαν κοντά του να βγάζουν ολόκληρα γλέντια.

Καθώς ο Παύλος αγαπούσε να παίζει, ποτέ δεν υπολόγισε την αμοιβή, άσχετο από το ότι τελικά σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να συγκέντρωνε αξιοσέβαστα ποσά από κάποια γλέντια. Όποιος του παράγγελνε έπρεπε να ικανοποιηθεί και να χορέψει. Όμως δεν ήταν λίγοι εκείνοι που δεν είχαν πάντοτε τη δεκάρα, το πενηνταράκι ή τη δραχμή για να μπορέσουν να σηκώσουν την ντάμα τους. Πρόκες και καπάκια αναψυκτικών τότε επιστρατεύονταν και ρίχνονταν στην κιθάρα για να φανεί ότι καταβάλλεται το αντίτιμο της παραγγελιάς και ο Παύλος να παίξει το σκοπό που κάποιος ήθελε.

Κάθε ένας από όσους έχουν ζήσει γλέντι με τον Παύλο έχει να θυμηθεί πολλά. Πέρα από το εύθυμο κλίμα του γλεντιού, δημιουργούσε και ο ίδιος ευχάριστη ατμόσφαιρα με τον αυθορμητισμό του, τον ενθουσιασμό του αλλά και με την βιασύνη του στην ομιλία, γιατί άλλο ήθελε να πει και άλλο ακουγόταν δημιουργώντας ένα ανεκδοτολογικού χαρακτήρα μύθο για το πρόσωπό του!!

Το παίξιμο του Παύλου καταλαβαίνεις ότι είναι το παίξιμο ενός Στειακού βιολάτορα. Το ρεπερτόριό του όμως είναι πλούσιο. Δεν παίζει μόνο Στειακές κοντυλιές, Στειακό Πηδηχτό, Χανιώτικο Συρτό και Καλαματιανό. Αποδίδει εξίσου καλά και μελωδίες που στη Σητεία δεν συνηθίζονται, γιατί ο Παύλος έχει μάθει να υιοθετεί την κουλτούρα του τόπου που τον έχει αγκαλιάσει. Και φυσικά από τη μουσική του φαρέτρα το βαρύ του όπλο είναι τα ευρωπαϊκά: «Ντα δε θα βγει ο Παύλος να κινήσει τσι ταγκουλιές να κεφίσωμε, μόνο εβάλανε κειονε να παίζει και θα μας –ε – κουζουλάνει με τα τσικαλοσκεπάσματα;» ήταν η αγωνιώδης έκφραση της επιθυμίας παρακαθήμενής μου κάποτε σε πανηγύρι στη Ζάκρο.

20140706_100436

Σε όσους γάμους θυμάμαι τον Παύλο να καλείται να παίξει, ξεκουράζοντας το σχήμα που είχε αναλάβει τη διασκέδαση των προσκεκλημένων, λίγες ήταν οι φορές που έπαιξε κομμάτια κρητικά. Το όνομά του είναι συνδεδεμένο με τα ευρωπαϊκά. Και όντως, γέμιζε η πίστα με μεγάλης ηλικίας ανθρώπους που χόρευαν βάλς, ταγκό φοξ τρότ και άλλους «αγκαλιαστούς» χορούς. Και αυτό γιατί, συμμεριζότανε την ανάγκη των νέων να έρθουν σε στενότερη επικοινωνία και επαφή με την αγαπημένη τους, κι ας είχαν στην πλάτη τους μόνο τον αντίχειρα ακουμπησμένο!! Ο Παύλος ήταν ο οργανοπαίχτης που καταλάβαινε ότι ο σκοπός που κάποιος σήκωνε τη ντάμα του ήταν για να την πλησιάσει. Έτσι έμαθε να παίζει ασταμάτητα χωρίς να κόβει και να ταιριάζει πολλά διαφορετικά κομμάτια στον ίδιο σκοπό. «Πόσοι και πόσοι δε τα ξετελέψανε την ώρα που ’παιζε το ταγκό ο Παύλος»… άκουσα να λέει κάποια συγχωριανή μου σε ένα γλέντι, αναπολώντας παλιότερες εποχές.

Το τελευταίο γλέντι το οποίο κάλυψε εξολοκλήρου μουσικά ο Παύλος στη Ζάκρο, ήταν το βράδυ της Πρωτοχρονιάς του 2001. Στο καφενείο του Μάρκου οι παλιότεροι ξανάζησαν τις παλιές μέρες της νιότης τους, των ερώτων τους και οι νεώτεροι ανακαλύψαμε ότι έχουμε ανάμεσά μας ένα άνθρωπο με σπάνιο χάρισμα. Κανείς δεν ήθελε να φύγει, παρόλο που δεν υπήρχαν πλούσιοι μεζέδες. Το κέφι όμως και η γλύκα του βιολιού του Παύλου ξύπνησαν μνήμες. «Κι ας είναι μέρα των ελιώ αύριο εγώ δε πάω ποθές…. τέτοιο γλέντι έχει να γενεί στο χωριό από το ΄70».

 IMG_0032

Αυτή τη σπουδαιότητα στη μουσική του Παύλου, για την οποία ο πλέον ακατάλληλος να μιλήσει είμαι εγώ αλλά καταδεικνύεται από την παρουσία τόσων καταξιωμένων καλλιτεχνών απόψε, μαρτυρείται και από μία σειρά πανελληνίων εμφανίσεών του. Πρώτος την αντιλήφθηκε ο σπουδαίος εθνομουσικολόγος Γιώργος Αμαργιανάκης, ο οποίος του πήρε συνέντευξη και είναι πλέον αναρτημένη στο διαδίκτυο. Έγινε αφιέρωμα στο Δεύτερο Πρόγραμμα στο οποίο ο Παύλος έπαιξε για μία ώρα. Του πήρε συνέντευξη η Ειρήνη Θεοδοσάκη, και έχει αρκετές τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εμφανίσεις σε κρητικά Μέσα. Τέλος, δικαίως επιλέχθηκε ανάμεσα στους βιολάτορες που εκπροσώπησαν την Σητεία στην εκπομπή της πάλαι ποτέ ΕΤ3 «Ελλήνων Δρώμενα» που ήταν αφιερωμένη στις Στειακές Κοντυλιές.

Επίσης δεν είναι λίγοι οι φορείς που τον τίμησαν με διακρίσεις όπως

  1. Ο Σύλλογος Κρητικής Μουσικής Νομού Χανίων «Ο Χάρχαλης»
  2. Ο Σύλλογος Καλλιτεχνών Κρητικής Μουσικής
  3. Ο Σύλλογος Σητειακών Ηρακλείου «Ο Μύσων»
  4. Ο Σύλλογος Πλατανιά
  5. Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Δαφνών

Τιμητική πλακέτα Χάρχαλης

20140706_101425

12244_567230543382188_9099627479578681859_n

και ακόμη περισσότεροι όσοι τον επιβράβευσαν για την συμμετοχή του σε ποικίλες όσες εκδηλώσεις.

12140604_746337078804866_3641730299513233390_n

φωτ. Γεώργιος Βιολιδάκης

Αγαπητέ συγχωριανέ Παύλο,

Είναι πολύ πιθανό αν οι οικονομικές σου δυνάμεις το επέτρεπαν να είχες ηχογραφήσει και εσύ κάποιους δίσκους. Για να σε ακούμε και να σε μαθαίνουν και οι μελλοντικοί θιασώτες και εραστές της παραδοσιακής μουσικής της Σητείας. Ανάμεσα σε όλες αυτές τις τιμές και τις διακρίσεις που έχεις λάβει από απόψε θα έχεις την κορωνίδα των διακρίσεων. Την αγάπη και την βαθιά εκτίμηση των συμπατριωτών σου. Των συμπατριωτών που εσύ διάλεξες και συμμετείχες στις χαρές τους και υποδαύλισες τους έρωτές τους. Γιατί παρόλο που ήρθες ξένος, αγάπησες τον τόπο μας και τον ένιωσες από νωρίς και δικό σου, τον παρέλαβες από τους προκατόχους σου και φύλαξες αναλλοίωτη τη μουσική παρακαταθήκη που τόσα χρόνια μας χαρίζεις και ελπίζουμε να μας χαρίζεις για πολλά ακόμη χρόνια.

10479642_558287237609852_4775384387004089779_o

* Το παρόν άρθρο επιμελήθηκε και διαβάστηκε κατά την τιμητική εκδήλωση «Παύλος Εξουζίδης, ο βιολάτορας της Ζάκρου» , από τον Ιστορικό Γεώργιο Βιολιδάκη (19 Αυγ. 2014)