«Ο πρωτομάστορας της λύρας Γεώργιος Χαρκιολάκης ή Καλοχωριανός», του Βαγγέλη Βαρδάκη

Ο πρωτομάστορας της λύρας Γεώργιος Χαρκιολάκης ή Καλοχωριανός

του Βαγγέλη Βαρδάκη

1934657_812103248894915_8570833521385735837_n

Ο περίφημος λυράρης Γεώργιος Χαρκιολάκης ή Καλοχωριανός γεννήθηκε το 1878 στο Καλό χωριό της Σητείας. Άρχισε να παίζει λύρα από τα οκτώ του χρόνια όταν ήταν ακόμα <<βοσκάκι>>. Γαλουχήθηκε με τα ακούσματα του Φοραδάρη και μάλιστα λέγεται ότι ο ίδιος ο Φοραδάρης του δίδαξε τις αθάνατες κοντυλιές του. Γρήγορα εξελίχθηκε σε καλό λυράρη. Η οικογένεια του ήταν φτωχή και ο πατέρας του τον είχε <<παραχέρι>> στα πρόβατα και έτσι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να πάει σχολείο. Το 1900 παντρεύτηκε τη Στεφανία Φραγκιαδάκη από τη Ζήρο όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα. Οι Ζηργιώτες τον αποκαλούσαν Καλοχωριανό επειδή καταγόταν από το Καλό Χωριό. Τον έλεγαν μάλιστα επιτιμητικά και <<Λυράρ – Αγά>>, για να δηλώσουν ότι τον θεωρούσαν σαν τον Αγά της λύρας, δηλ. τον κύριο της, τον απόλυτο γνώστη της. Υπάρχει η παράδοση ότι ο Φοραδάρης πεθαίνοντας είπε: <<αφήνω το Γιωργιό απ’ το Καλό Χωριό>>, εννοώντας τον Καλοχωριανό. Πρέπει να σημειώσω ότι στη Ζήρο την εποχή που έπαιζε ο Φοραδάρης δεν υπήρχε κανένας άλλος οργανοπαίκτης παρά μόνο ο Αντώνιος Χατζαντωνάκης που είχε γεννηθεί το 1865 και έπαιζε λίγες κοντυλιές στο βιολί και την λύρα. Μετά την μόνιμη εγκατάσταση του στη Ζήρο, ο Καλοχωριανός ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη λύρα. Απόκτησε 11 παιδιά. Όλη του την οικογένεια την έζησε από την μουσική. Μάλιστα αν και στην αρχή του εγγάμου βίου του ήταν φτωχός χωρίς περιουσιακά στοιχεία, γρήγορα με τα χρήματα που έβγαζε από τη λύρα αγόρασε κτήματα και ζούσε άνετα αυτός και η οικογένεια του. Ήταν ο μοναδικός επαγγελματίας λυράρης της εποχής του στην περιοχή.

Τα όργανα που χρησιμοποιούσε τα έφτιαχνε ο ίδιος. Κυρίως έπαιζε λύρα παλαιού τύπου. Είχε όμως κατασκευάσει και λύρα με κεφάλι όπως του βιολιού (τύπου κοχλία). Η λύρα που έπαιζε τα τελευταία χρόνια της ζωής του κατασκευασμένη από μαυρομουρνιά, βρίσκεται στο Λαογραφικό Μουσείο Σητείας. Στο δοξάρι του είχε γερακοκούδουνα και τον συνόδευε πάντα νταούλι. Όταν έπαιζε τη λύρα παρακολουθούσε τον πρωτοχορευτή και τον βοηθούσε. Συγκεκριμένα στον Πηδηχτό χορό από εμπειρία ήξερε ποιες ήταν οι ιδιαίτερες μουσικές προτιμήσεις του κάθε μερακλή χωριανού του που τον έκαναν να χορεύει με άνεση και του έπαιζε αναλόγως.

10994178_745625575542683_1360394396854261262_n

Ακόμα και τον παλιό σκοπό του Ερωτόκριτου έπαιζε στον Πηδηχτό για να χορεύουν κάποιοι παλιοί <<βρακουλάδες>>. Συνήθως, όταν χόρευαν Ζηργιώτες μεγαλύτεροι απ’ αυτόν στην ηλικία που είχαν ζήσει το Φοραδάρη, τους έπαιζε στροφές του Φοραδάρη που τους ήταν γνώριμες και έτσι τους έκανε να ενθουσιάζονται και να χορεύουν με τέτοια δεξιοτεχνία που τους καμάρωναν όλοι οι νεώτεροι.

Το ρεπερτόριο του όπως είναι φυσικό για ένα οργανοπαίκτη της κλάσεως του, ήταν πλουσιότατο και περιείχε όλες τις μελωδίες με τις οποίες διασκέδαζαν οι άνθρωποι της εποχής του στην περιοχή της Σητείας. Έπαιζε κοντυλιές, παλιούς τραγουδιστικούς σκοπούς, Πηδηχτό, Πεντοζάλη, Αγκαλιαστό, Χανιώτικο, Καλαματιανό, Πόλκα, Καντρίλιες, το Πιπέρι καθώς και Σμυρναίικα τραγούδια.

Με νταούλι τον συνόδευαν κυρίως οι γιοί του Χαρίλαος και Νικόλαος καθώς και ο Αλεξανδρής Παπαθανασάκης. Τον καλούσαν σε όλα τα χωριά της Σητείας να παίξει σε κάθε είδους γλέντια, όπου συνήθως πήγαινε πεζοπορώντας. Καθόταν στην μέση του χορού και έπαιζε ώρες ατελείωτες. Καμιά φορά την ώρα που έπαιζε λαγοκοιμόταν. Συνέχιζε όμως να παίζει κανονικά χωρίς να το καταλαβαίνει κανένας. Αλκοόλ δεν έπινε ποτέ ούτε κάπνιζε.  Ήταν χειροδύναμος και όταν αντιλαμβανόταν ότι κάποιος από τους παριστάμενους προσπαθούσε να δημιουργήσει φασαρία, σηκωνόταν, άφηνε την λύρα πάνω στην καρέκλα και απομάκρυνε κακήν κακώς τον επίδοξο ταραξία επισημαίνοντας του με αυστηρότητα ότι ζει την οικογένεια του από αυτή του δουλειά και δεν αφήνει κανένα να του δημιουργεί προβλήματα στο γλέντι. Ήταν ψηλός, αδύνατος, ευθυτενής, ευκίνητος και ταχύς. Κάποτε μαζί με τον συνομήλικο του Πετρουλή από το Καλό Χωριό, <<εσκάσαν ένα λαγό στο γλάκι>>. Με την ευλυγισία και την σβελτάδα που τον διέκρινε, <<πετούσε>> όταν χόρευε τον Πηδηχτό χορό. Φορούσε την παραδοσιακή κρητική ενδυμασία τα <<χιαλβάρια>>.

Έπαιζε και ωραίο βιολί αλλά στα γλέντια προτιμούσε να παίζει λύρα, γιατί ο οξύς και δυνατός της ήχος με τα γερακοκούδουνα βοηθούσε τους χορευτές να βρίσκουν εύκολα το ρυθμό. Λύρα δεν έμαθε κανένα του παιδί. Βιολάτορες όμως έγιναν οι γιοι του Κωστής και Σταύρος.  Κατά ομολογία αρκετών υπερηλίκων της περιοχής, οι δυο τους συνέχισαν επάξια το έργο του πατέρα τους. Ο Σταύρος μάλιστα έπαιζε σε πολλά γλέντια μαζί με τον πατέρα του. Ο Κωστής διασκέδαζε τους χωριανούς του με το βιολί του μέχρι το 1933, οπότε ξενιτεύτηκε στη Μαδαγασκάρη όπου και κατοίκησε μόνιμα.

12647200_788856531219587_6225812312704815887_n

Το σπίτι του Καλοχωριανού στη Ζήρο ήταν <<χορόσπιτο>>, δηλ. ευρύχωρο ώστε να μπορούν μέσα σ’ αυτό να χορεύουν. Στο σπίτι αυτό είχε καθιερωθεί κάθε Κυριακή βράδυ να διοργανώνεται γλέντι. Ο Καλοχωριανός με τη λύρα και ο γιος του με το νταούλι καθόταν στη μέση και γύρω τους χόρευαν και τραγουδούσαν Ζηργιώτες και κοντοχωριανοί. Με το φως μιας λάμπας πετρελαίου που κρεμόταν από τη μέση της καμάρας, γλεντούσαν όλο το βράδυ.

Δυστυχώς η λύρα του δεν ηχογραφήθηκε ποτέ. Κάποτε ανέβηκε στην Αθήνα με το γιο του Νίκο που έπαιζε νταούλι και τραγουδούσε ωραία, για να γράψει δίσκο, αλλά όπως υποστηρίζει η οικογένεια του, αυτό  δεν κατέστη δυνατό γιατί επενέβησαν κάποιοι Κρήτες καλλιτέχνες που μεσουρανούσαν τότε στην δισκογραφία και δεν τους συνέφερε να ακουστεί η λύρα του Καλοχωριανού. Συγκεκριμένα μόλις μπήκε στο  STUDIO και άρχισε να κουρδίζει τη λύρα ο υπεύθυνος τον ενημέρωσε ότι η ηχογράφηση δεν θα γίνει. Μάλιστα, φεύγοντας την ώρα που πήγε να ανέβει σ’ ένα τραμ, γλίστρησε, έπεσε και κτύπησε σοβαρά στο κεφάλι. Απογοητευμένος γύρισε πίσω στο χωριό του όπου και πέθανε το 1964. Ο γιος του Καλοχωριανού Σταύρος, συνέχισε με το βιολί του την οικογενειακή παράδοση στη μουσική και γλέντησε τους χωριανούς του για πολλά χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα του. Η λεβεντιά του, το παίξιμο του, η σοβαρότητα και οι λεπτοί τρόποι του, τον έκαναν αγαπητό σ’ όλους. Όταν έτυχε να τον ακούσει ο Στρατής Καλογερίδης, του έδωσε συγχαρητήρια ενώ παράλληλα εξέφρασε το θαυμασμό του για τον λυράρη πατέρα του. Δυστυχώς ούτε ο Σταύρος ηχογραφήθηκε ποτέ, κάτι που θα είχε ιδιαίτερη σημασία αν γινόταν, γιατί όπως είναι φυσικό γνώριζε μία προς μία όλες τις κοντυλιές του πατέρα του.

Ο ρόλος του Καλοχωριανού στην παράδοση της Ανατολικής Κρήτης είναι σημαντικότατος γιατί διέσωσε και διάδωσε τις κοντυλιές του Φοραδάρη αλλά και γιατί επηρέασε αρκετούς νεώτερους του μουσικούς να ασχοληθούν με την λύρα. Έτσι μπορούμε να πούμε δημιουργήθηκε μια σχολή της οποίας το ρεπερτόριο, το ύφος και η τεχνική είχαν ως βάση τα παλιά ακούσματα του Φοραδάρη όπως τα βίωσε και υποδειγματικά τα εκτελούσε ο Καλοχωριανός. Οι συνεχιστές λυράρηδες της παράδοσης αυτής ήταν ο Κιρλίμπας, ο Μανώλης Γιωργαλάκης, ο Μανώλης Κολυδάκης, ο Δερμιτζογιάννης και ο Μαθιός Γαρεφαλάκης καθώς και βιολάτορες όπως ο Κωστής Χαρκιολάκης, ο Κωστής Χατζαντωνάκης (εγγονός του Φοραδάρη), ο Γιώργος Χαρκιολάκης, ο Μανόλης Μπατσολάκης, ο Γιάννης Ρουσομουστακάκης, ο Λευτέρης Ρουσομουστακάκης, ο Γιώργος Μανουσάκης, και άλλοι.

Ο Κιρλίμπας έτρεφε μεγάλη εκτίμηση για τον Καλοχωριανό και τον θεωρούσε ανώτερο του. Συχνά έπαιζαν μαζί στα γλέντια. Ο Γιώργος  Χαρκιολάκης από το Χαμαίτουλο, περιζήτητος στα γλέντια παλιότερα, ήταν πολύ σημαντικός συνεχιστής της παράδοσης του Καλοχωριανού. Ένα τραγικό οικογενειακό γεγονός τον ανάγκασε να απομακρυνθεί από τα γλέντια και έτσι η Ζήρος στερήθηκε άλλον έναν προικισμένο δεξιοτέχνη του βιολιού. Παρακάτω αναφέρω ένα περιστατικό από τη ζωή του Καλοχωριανού όπως μου διηγήθηκε ο γιος του Σταύρος Χαρκιολάκης το 1999. Κάποτε πήγε να παίξει στο πανηγύρι που γινόταν τις 26 Σεπτεμβρίου στο μοναστήρι Τοπλού. Εκεί όμως έτυχε να βρίσκεται ο Μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας Αμβρόσιος Σφακιανάκης (1856-1929) που εκείνες τις ημέρες είχε αφήσει την Ιεράπετρα όπου ήταν η Επισκοπή και περιόδευε στα χωριά της Σητείας.

Ο Αμβρόσιος δεν επέτρεπε το γλέντι και τη μουσική στο προαύλιο της μονής. Τότε, κάποιος ενημέρωσε τον Μητροπολίτη ότι ο Καλοχωριανός είναι σοβαρός άνθρωπος που αγωνίζεται με τη λύρα να ζήσει την πολυμελή οικογένεια του. Ο Μητροπολίτης συγκινήθηκε και του επέτρεψε να παίξει. Μόλις η λύρα του Καλοχωριανού άρχισε να ηχεί ο αείμνηστος Αμβρόσιος ενθουσιάστηκε, κάθισε δίπλα του και κάθε τόσο έβγαζε μια χρυσή λύρα από την τσέπη του και του την έδινε για μπαξίσι. Μετά το τέλος της διασκέδασης ο Αμβρόσιος του πρότεινε να τον συνοδέψει με τη λύρα του στη περιοδεία του. Έτσι κι έγινε, ο Καλοχωριανός γύρισε στο σπίτι του μετά από 7 ημέρες. Ο Καλοχωριανός αναμφισβήτητα είναι από τις μεγαλύτερες μουσικές προσωπικότητες της Ανατολικής Κρήτης. Το παίξιμο του ήταν στρωτό και ρυθμικό ιδανικό για χορό. Οι υπερήλικες στα χωριά του δήμου Λεύκης λένε ότι η λύρα του δεν ξεπεράστηκε από κανένα μεταγενέστερο του λυράρη. Δυστυχώς σήμερα το όνομα του δεν αναφέρεται ούτε σε εκπομπές λαογραφικού περιεχομένου στα τοπικά ΜΜΕ , αλλά ούτε και από σύγχρονους καλλιτέχνες. Αυτό είναι το παράπονο της οικογένειας του και όσων έζησαν αυτό τον υπέροχο καλλιτέχνη από κοντά. Την εποχή μας που η ευτέλεια και τα χαμηλής ποιότητας ακούσματα δυστυχώς έχουν ήδη αλλοίωση το ύφος της γνήσιας Κρητικής μουσικής παράδοσης, αναφορές σε  τέτοιους μεγάλους καλλιτέχνες όπως ο Καλοχωριανός, νομίζω ότι επιβάλλεται να γίνονται. Άραγε, τι σχέση με τους παλιούς μπορεί να έχουν ορισμένοι σημερινοί λυράρηδες, που αρέσκονται να εξυμνούν την παρανομία και την ψευτοπαλληκαριά, απαγγέλλοντας υποκατάστατα μαντινιάδων για όπλα και για ΕΚΑΜ; Προφανώς καμία.

*αναδημοσίευση από φύλλο της εφημερίδας ΙΕΡΑΠΕΤΡΑ 21,  (Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2007, σελ. 13)