Νικόλαος Ρεμπελάκης (1922-2015), του Μανώλη Ν. Παπαδάκη

Νικόλαος Ρεμπελάκης (1922-2015), του Μανώλη Ν. Παπαδάκη

IMG

 

Οικογένεια/τα πρώτα χρόνια

     Ο Νικόλαος Ρεμπελάκης γεννήθηκε στο χωριό Αχλάδια της επαρχίας Σητείας στις 27 Ιουνίου του 1922. Ήταν τέκνο πολύτεκνης οικογένειας. Ο πατέρας του Γεώργιος, χαρκιάς (σιδηρουργός) στο επάγγελμα καταγόταν απ΄ τα Αχλάδια ενώ η μάνα του Ελπίδα, το γένος Αναγνωστάκη  από το Χαμέζι. Τα πρώτα χρόνια του μικρού Νικόλα ήταν πολύ δύσκολα. Αυτό βέβαια ίσχυε και για το σύνολο των υπόλοιπων παιδιών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην αυτοβιογραφία του «…τα παιδιά τότες όπως της Αιθιοπίας». Οι άνθρωποι τότε ζούσαν φτωχικά. Οι κακουχίες ήταν πολλές. Αλλά ο κόσμος τις αντιμετώπιζε αγόγγυστα.

IMG_0022

Επάγγελμα

     Άσκησε το επάγγελμα του ξυλουργού και του αγρότη αλλά όπως κι ίδιος δήλωνε στην εποχή του και πιο συγκεκριμένα από τότε που σταμάτησαν να παίζουν οι άλλοι δυο μεγάλοι λυράρηδες, ο Κυρλίμπας και ο Δερμιτζογιάννης, ήταν ο μοναδικός επαγγελματίας  οργανοπαίκτης στο νότιο οδικό άξονα. Όποτε έβρισκε την ευκαιρία δήλωνε τα επαγγέλματα μα και τον τόπο καταγωγής του.

(Ε)πάγγελμα κάμα μαραγκός μα δα ‘μαι και αγρότης,

στ’ Αχλάδια είμαι αχλαδιανός στη Στεία είμαι δημότης.

 IMG_0017

H κλίση στη μουσική

     Το μεράκι για την μουσική το εκδήλωσε σε πολύ μικρή ηλικία. Όποτε άκουγε μουσική «εχάζευε» όπως χαρακτηριστικά έγραψε στις ιδιόχειρες σημειώσεις του. Τότε, οργανοπαίκτες στο χωριό ήταν ο Νίκος ο Λιναρδάκης, ο οποίος έπαιζε βιολί και ο Κωστής του Σπυρίδο που έπαιζε λύρα αλλά έφτιαχνε κιόλας. Άλλοι λυράρηδες που έρχονταν στο χωριό για να παίξουν ήταν ο Λευκάρης από τη Σωτήρα και ο Κριλίμπας ή Κυρλίμπας απ’ την Μαρωνιά. Ο Κριλίμπας κατ’ αυτόν ήταν ο καλύτερος απ’ όλους. Άλλος τρόπος για να μυηθούν στην παραδοσιακή μουσική ήταν ακούγοντας τις «πλάκες» (δίσκους) στα λιγοστά γραμμόφωνα. Δίπλα στο σπίτι του, υπήρχε το καφενείο του Περικλή Νικηφοράκη, στο οποίο υπήρχε ένα γραμμόφωνο. Η δισκογραφία στα κρητικά ήταν ελάχιστη. Υπήρχαν δίσκοι του Στρατή Καλογερίδη, του Λαγουδάκη του γιατρού, απ΄ τη Σκοπή, του Λευκάρη απ΄τη Σωτήρα, και μερικοί άλλοι απ’ την μέσα μπάντα.

     Στο σχολείο δεν μάθαιναν πέρα από τα γράμματα της εποχής μουσική. Αλλά ο μικρός τότε Νικόλας, το ‘χε μέσα του, ώστε πολλές φορές να παίζει «μπουκόλυρα», δηλαδή σκοπούς με το στόμα του.

IMG_0019

     Όταν έλειπε η μάνα του έβρισκαν την ευκαιρία να στήσουν το εικονικό γλέντι, αντιγράφοντας σαφώς τους μεγαλύτερους. Ήταν ένα παιχνίδι βιωματικό που προδιέγραφε την πορεία του Νίκου Ρεμπελάκη. Πήγαινε λοιπόν στην κουζίνα μ’ άλλα παιδιά του χωριού, καθόταν   αυτός στην μέση σαν τον λυράρη, με μια παλιά κουτάλα για λύρα κι ένα ξύλο σα δοξάρι στη άλλη του χέρα. Ο κουμπάρος του Μανώλης Γρουσουζάκης, έπαιζε μ’ ένα παλιό δίσκο το νταούλι κι έτσι άναβε το γλέντι! Έλα όμως που ο δάσκαλος τους, ο Παναγιώτης Μουλιανιτάκης ήταν της γιαγιάς του αδερφός και είχε πρόσβαση στο σπίτι τους. Κοίταζε απ’ την κλειδαρότρυπα και έβλεπε τους ανήσυχους καλλιτέχνες! Την επομένη το πρωί όταν έμπαιναν μέσα στην τάξη, έλεγε «ο λυράρης ο νταουλατζής, η ομπρός μερά μέχρι την κουντούρα να βγουν έξω».  Χωρίς να τους εξετάσει τίποτα για πρόφαση τους έπαιζε με τη βίτσα 4 φορές στα χέρια. Έτσι ανέμελα αλλά και σκληρά πέρασαν τα πρώτα χρόνια της ζωής του.

H πρώτη λύρα

                Ο ίδιος αφηγείται με γλαφυρό τρόπο πως απέκτησε την πρώτη του λύρα, την οποία και επισκεύασε ο ίδιος. «Απέναντι στο σπίτι μας ήταν η αποθήκη της θείας μου της Ρεμπελοκοκόλενας. Όταν πήγαινα εκεί μου ‘δινε αμύγδαλα σύκα φουρνησμένα; με σησάμι και ότι άλλο υπήρχε. Το μάτι μου πήρε μια λύρα πάνω στο πιθάρι. Της είπα να μου τη δώσει και μου λέει πες στη μάνα σου να μου κάνει ένα τυράκι να την μπάρεις. Φυσικά με πείραξε και μου την έδοσε! Στη γειτονιά ήταν ένα μαγαζί του Κουβαράκη. Είχε γενικό εμπόριο, ότι ήθελες είχε..και ρέγγες με ξύλινο κασόνι. Του ζήτησα να μου δώσε το καπάκι, έτσι κι έγινε. Πήγα στου θείου μου του Μπαγορδάκη, μου έδωσε κόλλα και το κόλλησα. Τέλειωσα τ’ όργανο..έκανα και δοξάρι. Τρίχες έβαλα από του Στελιανού Καραμανωλάκη το μουλάρι. Ρητίνη έβαλα από το εικονοστάσι της μάνας μου που ήταν στο σπίτι..απαραίτητο το μερτζουβί! Χορδή βρήκα μια σπασμένη από ένα μαντολίνο που υπήρχε στο καφενείο. Τη βάζω στη λύρα και άρχιζα να παίζω. Σε λίγο άρχιζα να παίζω ένα σκοπό. Έβγαινα έξω στην αυλή και μ’ ακούγανε και γελούσαν αλλά μου έλεγαν και μπράβο. Ο αδεφός μου ο Μανώλης, ο Κουβαράκης ο Γιάννης κι ο Χασαπλαδάκης ο Κωστής μαζέψανε 5 δρχ. και μου τις δώσανε και έτσι κατάφερα να αγοράσω καινούριες χορδές. Σιγά σιγά μπήκα στο νόημα. Άμα άκουγα λυράρη πήγαινα αμέσως, έπιανα την λύρα και την μάθαινα. Κάθε μέρα και καλύτερα! Οι μεγαλύτεροι από μένα κάνανε παρέες στο καφενείο. Με φωνάζανε και τους έπαιζα, τους έβγανα καντάδα και μου δίναν και πότε πότε και κανένα φράγκο».

IMG_0025

 

Πλάκα  και γεροντάμπελα αμμούδα και χαράκια

πόσες καντάδες έκανα στ’ Αχλαδιανά σοκάκια.

 

Άλλα όργανα – ακομπανιαμέντο

     Έπαιζε εξίσου καλά λύρα, βιολί, μαντολίνο και κιθάρα. Δεν έκανε διακρίσεις ανάμεσα σε βιολί και λύρα. Αναλόγως το σκοπό χρησιμοποιούσε και το όργανο που του ταίριαζε περισσότερο. Αν κι ασχολήθηκε αρκετά με το βιολί (γύρω στο 1950) τα τελευταία χρόνια της ζωής του έπαιζε με τη λύρα του τις κοντυλιές και τους παραδοσιακούς σκοπούς της περιοχής.

IMG_0029

      Στο δοξάρι του πάντα ηχούσαν με τις επιδέξιες κινήσεις του χεριού του τα γερακοκούδουνα, τα μικρά μεταλλικά κουδουνάκια που πάλλονταν κι αυτά σύμφωνα με την κίνηση του δοξαριού. Μετέδιδαν κι αυτά με το χαρακτηριστικό ηχόχρωμα τους τον παλμό και το ρυθμό της μελωδίας. Του άρεσε πάρα πολύ να παίζει με συνοδεία κιθάρας. Για πάρα πολλά χρόνια μόνιμος πασαδόρος του ήταν ο ανιψιός του Γιώργος Ρεμπελάκης.

IMG_0018

Tο πρώτο επαγγελματικό γλέντι

     «Ήταν απόκριες. Οι οικογένειες αποκρυγιόνανε όλοι σ’ ένα σπίτι. Ήταν του πατέρα μου η οικογένεια Μαριδάκη – Κοκκινάκη, ήταν ο παππούς ο χαρκιάς κ.ά. εγώ έπαιζα τη λύρα και τραγουδούσαμε όλοι. Ανοίγει η πόρτα και μπένουνε μια παρέα παληκάρια νεαροί. Χορεύανε στου Σπυρίδο το σπίτι στο Πόρτελο. Με ρωτάνε «θα ρθεις να παίξεις να χωρέψουμε γιατί ο Κωστής του Σπυρίδο δε μπορεί και τηλεφωνήσαμε του Κιρλίμπα και θέλει 500 δρχ. κι ότι πιάσεις;» Εγώ τους λέω δεν ξέρω. Μου λένε παίξε μας ένα πηδηχτό παίξε μας ένα χανιώτικο, χορεύουν και μου ειπαν σήκω και έλα όπως κι έγινε τελικά. Άρχισα και χόρεψε ο Γιώργης του Νταντουλογιάννη και μου ‘βαλε στο γόνατο ένα δεκάρικο που είχε πάνω τη Σταροκεφαλή;. Από τότες βαπτίστηκα λυράρης. Ήταν το 1938».

IMG_0030

Kατασκευή μουσικών οργάνων

       Λόγω του επαγγέλματος του ως μαραγκού ασχολήθηκε και με την κατασκευή μουσικών οργάνων, και πιο συγκεκριμένα με την κατασκευή της κρητικής λύρας. Έφτιαξε περίπου 200 λύρες, τις οποίες  στο σύνολο τους τις πούλησε σε ενδιαφερόμενους αγοραστές. Ξύλα  εύρισκε  από παλιά δοκάρια, τα οποία υπήρχαν σε παλιές σκεπές. Συνήθως χρησιμοποιούσε για το σκάφος μαυρομουρνιά και κατράνι για το καπάκι.  Σε μικρή ηλικία επισκεύασε όπως είδαμε την πρώτη του λύρα ενώ στην  ηλικία των 15 ετών κατασκεύασε την πρώτη του λύρα. Την λύρα που έπαιζε τα τελευταία χρόνια την είχε κατασκευάσει το 1982. Οι τιμές κυμαίνονταν από 60, 70 μέχρι και 100 χιλιάδες οι καλές, πολύ πιο φθηνές απ’ αυτές που υπήρχαν στο εμπόριο και κόστιζαν σχεδόν τα διπλάσια. Μαζί με τον γαμπρό του, επίσης μαραγκό Μανούκο Μαρουκλή, είχαν κατασκευάσει και ένα νταουλάκι.

IMG_0002

Χαρακτήρας / προσωπικότητα

      Διακρινόταν για το ήθος, την ταπεινοφροσύνη αλλά και την διάθεση του  να μεταδώσει στους νέους ανθρώπους τις γνώσεις του στην τεχνική παιξίματος αλλά και στην κατασκευή των μουσικών οργάνων.  Όσες φορές τον συναντούσες ήταν πάντα ζωγραφιστό το χαμόγελο στα χείλι του.

IMG_0037

H μετοίκηση στην Αθήνα

       Το 1962 μετακομίζει για προσωπικούς λόγους στην Αθήνα με την οικογένεια του. Εκεί συνδέεται με τους υπόλοιπους Στειακούς, και συμμετέχει ενεργά στις δραστηριότητες αλλά και στα γλέντια του Συλλόγου Στειακών Αθήνας «Η Πραισός». Ήταν ο κύριος οργανοπαίκτης για τον Σύλλογο εκεί για πάρα πολλά χρόνια έως ότου ξαναγύρισε στο χωριό του.

IMG_0028

Στην Αθήνα ποτέ δεν ξέχασε το χωριό του, τον τόπο που μεγάλωσε και διαμόρφωσε το χαρακτήρα του. Αυτό το εξέφρασε και έμμετρα λέγοντας πολύ συχνά  τη μαντινιάδα..

Όπου κι αν πάω και βρεθώ μου ‘ρχεται στο μυαλό μου,

ο τόπος που γεννήθηκα τ’ Αχλάδια το χωριό μου.

IMG_0009

 

 

Επιμέλεια άρθρου/φωτογραφιών: Μανώλης Ν. Παπαδάκης Ιούλιος 2016

Οι φωτογραφίες ανήκουν στο οικογενειακό αρχείο του Νικολάου Ρεμπελάκη, απαγορεύεται οιαδήποτε χρήση τους χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια της οικογένειας.