Νικόλαος Μπατσολάκης – ο λυράρης απ΄ τη Σίτανο, της Γεωργίας Παπαδάκη

Νικόλαος Μπατσολάκης

Χρονολογία γέννησης: 1911

Όργανο: Λύρα

Περιοχή: Σίτανος Σητείας

Ημερομηνία επιτόπιας καταγραφής: 12-8-1999

Έρευνα: Γεωργία Ν. Παπαδάκη

10676398_587739657997943_1799587120687833906_n

Νικόλαος Μπατσολάκης

            Τη λύρα μου την έχω χρόνια εκειά πέρα. Είναι χαλασμένη. Το δοξάρι έχει χαλάσει. Έχω χρόνια να παίξω…τα παρέτησα, εγέρασα! Ύστερα μας έτυχε και πένθος. Αλλά βρίσκεται κεια-χάμε για ενθύμιο:

<<Δεν την πετώ τη λύρα μου την έχω φυλαμένη
γιατί τη θέλω ενθύμιο πάντοτε να μου μένει>>

            Τα παιδιά μου δεν νοιάζουνται. Ο ένας μου γιος είναι πολιτικός μηχανικός, ο άλλος καταγίνεται σε άλλες δουλειές και δε θέλουνε λύρα!

            Μεγάλος ήμουν όταν ξεκίνησα να παίζω λύρα. Τότες είχαμε αιγοπρόβατα κι εκειά που τα πάντουνα, έπαιρνα και τη λύρα και τηνε-τσίγκριζα και σιγά σιγά έμαθα και ξεκίνησα ύστερα και πήγαινα στα χωριά πέρα πόδε…

            Τη λύρα τηνε-πήρα από το Κεντρί (Ιεράπετρα). Εκεί πήγαινα με το μουλάρι να φορτώσω κρασί ή ρακή και ένας φίλος μου από κει είχε τη λύρα και κάμαμε νταλαβέρι και μου την ήδωκε, τονε-πλήρωσα και μου την ήδωκε. Εδώ δεν έφτιαχνε κανένας λύρες, ούτε έσαζε (επισκεύαζε).

            Οι τρίχες του τόξου είναι από του μουλαριού την ουρά και τα κουδούνια που έχει πάνω τα λέμε γερακοκούδουνα. Οι χορδές της λύρας είναι το τέλι, την άλλη τηνε-λένε μεσαία και τουτηνιέ βουργάρα. Ύστερα είναι οι πείροι απ’ όπου την ανεβοκατεβάζεις για να την κουρδίσεις. Παλιά βάνανε εντέρινες χορδές, ύστερα βγήκανε οι συρμάτινες. Τις χορδές της έπαιρνα απ’ το Λιμάνι (Σητεία), από τα μαγαζιά.

            Άμα είναι εύθυμο το χωριό και δεν έχει πένθος, έρχονται ξένοι και βάνουνε χορό και τραγούδια. Αλλά πάνε να σβήσουνε και οι χοροί και όλα. Μια εποχή έπαιζε κι αυτή (λύρα) άμα-χαμε καλή καρδιά!

 

<<Να’ χει κανείς καλή καρδιά μες στη ζωή αξίζει
γιατί το ξύλο το κακό ογλίγορα σαπίζει.
Όποια καρδιά συχνά γλεντά θ’αργήσει να ποθάνει
γιατί το γλέντι στη ζωή είναι καλό βοτάνι>>

             Λύρα μόνο εγώ έπαιζα εδώ, αλλά ερχότανε πολλοί ξένοι οργανοπαίκτες…παίζανε βιολί, παίζανε λύρα. Είχαμε λόγου χάρη της Παναγίας πανηγύρι, ερχότανε από άλλα χωριά και γλεντίζαμε, από το Κατσιδώνι, το Καρύδι, τη Ζάκρο, τη  Ζήρο. Στρώναμε ένα μεγάλο τραπέζι εδώ στην αυλή και φέρναμε τσι ξένους και πίναμε και γλεντίζαμε και χορεύαμε δυο μέρες, τρεις..αναλόγως.

            Επαίζαμε Καλαματιανό, επαίζαμε Πόλκα, επαίζαμε διάφορους χορούς, Πεντοζάλη – αυτός βάνει τρια ζάλα (βήματα) ομπρός και δυο γιαέργια – Κρητικό…Στον αέρα επάνω χορεύγαμε Στειακό! Γρικούσαμε Καλογερίδη στσι πλάκες, ακούγαμε τραγούδια από το μαγνητόφωνο, από το ραδιόφωνο και από άλλους λυράρηδες και τα κλέφταμε.

10426699_587738307998078_2790445953181578888_n

Νικόλαος Μπατσολάκης, Γεωργία Παπαδάκη, συχωριανή

            Όλες οι κοντυλιές καλές είναι άμα είναι με την ώρα τους. Είχαμε και νταούλι, επαίζανε ορισμένοι, το ξέρανε…ο Μανόλης ο Σοφουλάκης έπαιζε. Θέλει κι αυτό το χρόνο ν-του, δεν μπορεί καθένας να το παίξει για να συνδυάζονται η λύρα με το νταούλι. Το βιολί είναι διαφορετικό, αλλά είναι ωραίο..ότι μάθει κανείς! Με τα χρόνια βέβαια αλλάσει το σύστημα του παιξίματος σε όλα τα όργανα  και στη λύρα.

            Τοτεσάς λέγαμε ετσά ανέκδοτα και περνούσαμε την ώρα μας και διασκεδάζαμε, είχαμε αγάπη ο ένας για τον άλλο κι έχομε. Φύγανε οι νέοι, λιγάνανε όλα αυτά. Τραγουδούσαμε, χορεύαμε, λέγαμε μαντινιάδες, ο καθένας έλεγε τσι δικές του, έλεγε για την κοπελιά του τσι μαντινιάδες. Εκάμαμε μαντινιάδες με το χορό, έβλεπα μια κοπελιά ας πούμε, έβγαζα κεινιά την ώρα και τις έλεγα μαντινιάδες κι ύστερα τις ξεχνούσα. Ο καθένας τραγουδούσε στην κοπελιά που ήθελε τον καημό του:

 

<<Κανείς δεν είναι ευτυχής ποτέ στον κόσμο τούτο
κι ας έχει δόξες και χαρές κι ας έχει μέγα πλούτο.
Κάτι θα να’ χει στην καρδιά κρυφό εις να τον καίει
και μένα η καρδούλα μου για μια κοπέλα κλαίει.
Δεν κλαίω πως μ’ αρνήθηκες χρυσή μηλιά με τ’ άνθη
μόνο που δεν σε φίλησα και θα με φάει το άχτι.
Είχα καρδιά λεονταριού μα ραϊσε για σένα
που να ‘θελε ν’ αποβαλθεί η μάνα που σε γέννα.>>

 

Κι εγώ χόρευγα στα νιάτα μου. Μ’ άρεσε το γλέντι, ημουνα μερακλής. Εδά επέρασε η προθεσμία μου:

 

<<Τα ογδοήντα πέρασα και στα οκτώ βαδίζω
κι απο(σταν) ήμουνα μικρός μ’ άρεσε να γλεντίζω.
Μα ‘γω τα γλέντια τ’ αγαπάω κι ακόμα σαν ποθάνω
θα παραγγείλω να γλεντούν στον τάφο μου επάνω.
Ήρθα στο τέλος της ζωής μα δε το συλλογούμε
γιατί εκεί θα να ‘ρθούνε όλοι για να με βρούνε.
Μακάρι να ΄ναι βασιλιάς και πλούσος σαν-τ-Ωνάση
από το δρόμο του φτωχού κι ο πλούσος θα περάσει (λέω)
Μα κι ο παπάς που θα τα πει στην έρμη μου κηδεία
σε ορισμένο διάστημα θα του τα πουν τα ίδια!>>