«Αριστοτέλης Μαρκάκης – Ένας επιτυχημένος Χειρούργος στην Αμερική που δεν ξεχνά τον τόπο του», του Νίκου Μ. *

 

Αριστοτέλης Μαρκάκης

Ένας επιτυχημένος Χειρούργος στην Αμερική που δεν ξεχνά τον τόπο του.

20151208_231825 n

          Ο γνωστός συμπατριώτης μας, Αριστοτέλης Μαρκάκης, γεννήθηκε στα Κρυά Σητείας το έτος 1917. Και αφού τελείωσε το Γυμνάσιο ενεγράφη στην Ιατρική Σχολή Αθηνών.

         Ο πόλεμος του 1940 και στη συνέχεια ο εμφύλιος, τον καθυστέρησε στις σπουδές του, γιατί επιστρατεύτηκε ως αξιωματικός στον Εθνικό Στρατό μέχρι το 1949.

        Σαν τέλειωσε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, πήγε στην Αμερική για μετεκπαίδευση, όπου όμως και παντρεύτηκε. Έτσι έμεινε εκτός Ελλάδος, εγκατασταθείς στο ΚΛΗΒΕΛΑΝΤ, όπου ασκεί την ιατρική με εξαίρετο επιτυχία. Πόθος του ίδιου και της πολυμελούς οικογένειας του είναι να γυρίσουν μια μέρα στην Πατρίδα. Τόσος είναι ο πόθος και η αγάπη της οικογένειας του Αριστοτέλη προς τη μητέρα Πατρίδα, που σχεδόν κάθε χρόνο, βρίσκουν την ευκαιρία να έρχονται στη Σητεία, έστω και για λίγες ημέρες, χωρίς να υπολογίζουν τα τεράστια έξοδα για τούτο το ταξίδι.

          Τον Αριστοτέλη Μαρκάκη στερήθηκε η Ελλάδα με την εγκατάσταση του στο εξωτερικό, γιατί δεν ήταν και δεν είναι μόνο ένας διακεκριμένος επιστήμονας της Χειρουργικής, που διευθύνει μια Χειρουργική Κλινική στο ΚΛΗΒΕΛΑΝΤ, δεν είναι μόνο ένας άριστος κι υποδειγματικός οικογενειάρχης, αλλά όπως είδαμε σ’ αυτό το ταξίδι του είναι και ένας άριστος λαϊκός ποιητής με πλούσιο ποιητικό υλικό, το οποίο έχει προς τύπωση.

          Ίσως από τα ποιήματα του να δημοσιεύσουμε μερικά που μας χάρισε. Παρουσιάζουν μια πρωτοτυπία στα θέματα και κυρίως αναφέρονται στη ζωή του χωριού από παιδί, γεμάτα νοσταλγία αλλά και εύθυμα, ώστε ο αναγνώστης να συναρπάζεται στ άκουσμα τους.

          Μα και το σπουδαιότερο ταλέντο του Αριστοτέλη Μαρκάκη είναι ότι γνωρίζει φωνητική μουσική κι είναι αυτοδίδακτος βιολάτορας της εποχής του. Στα μουσικά κομμάτια που παίζει συναγωνίζεται στο βιολί τον Καλογερίδη και έχει βαθιές ρίζες της Κρητικής Μουσικής της εποχής του Βιτσέντζου Κορνάρου. Οι λαϊκοί λυράρηδες του χωριού του, όπως ο Χατζηλάρης, ο Σταγιάννης, ο Κυρλίμπας και ο μετέπειτα Λευκάρης τον έχουν επηρεάσει αισθητά. Γι’ αυτό ακούγοντας σήμερα τα μουσικά κομμάτια του όταν παίζει βιολί, ή έστω όταν ακούεται στις κασέτες που είχε την καλοσύνη να φέρει ηχογραφημένες από την Αμερική, μπορεί να διαπιστώσει μια ιδιομορφία στη μουσική του, που δεν μπορεί να την συναντήσει κανείς ούτε στον Καλογερίδη, ούτε στον Αβυσσινό. Και τούτο, γιατί είναι μουσική γνήσια Σητειακή της εποχής του Ερωτόκριτου. Μα ακόμα και σήμερα τα μουσικά κομμάτια που παίζει, είναι γεμάτα με ενθουσιασμό και κυρίως οι σε στυλ καντάδας κοντυλιές του, το τραγούδι του σε μαντινάδες ενθουσιάζουν τον ακροατή και τον κάνουν να ξεχνά τους καημούς, τις πίκρες και τα χρόνια του.

20151208_224209 - Αντιγραφή

          Εδώ δεν πρέπει να παραλείψω την εφετινή επίσκεψη του τον Αύγουστο μήνα στη γενέτηρά του τα Κρυά. Η αγωνία του ήτο καταφανής μέχρι να συναντήσει τους συγχωριανούς του και ιδίως τους συνομηλίκους του. Μετά τα πρώτα φιλιά και συγκινήσεις των φίλων και χωριανών του, του έφεραν ένα βιολί στη πλατεία του χωριού που καθόταν. Δάκρυσε και χωρίς καμιά άλλη συνοδεία μουσικού οργάνου, πήρε το βιολί και έπαιζε και τραγουδούσε μαντινιάδες παλιές σε κάθε ένα χωριανό χωριστά. Έπαιζε  και τραγουδούσε με τους συνομηλίκους του πριν πενήντα χρόνια. Οι συνομήλικοι του έκλαψαν από συγκίνηση και παρά τα γεράματα πολλών φίλων του, τραγούδησαν μαζί του με πάθος και έκλεψαν όπως έλεγαν του χάρου μια μέρα. Την τελευταία μαντινιάδα είπε ο επιστήθιος φίλος του Κρυγιανός Δημοσθένης Μιχελάκης άριστος μαντινιαδολόγος και κιθαρωδός: <<Αχ και να ξαναγυρίζανε τα περασμένα χρόνια καθώς ξαναγυρίζουνε του Γεναριού τα χιόνια>>.

          Ο αγαπητός λοιπόν σε όλους τους Σητειακούς Αριστοτέλης μας θύμισε με το βιολί του, τον Σητειακό αξέχαστο Καλογερίδη, αλλά και παλιές Σητειακές κονδυλιές, τόσο που να συνειδητοποιήσουμε πως όταν υπάρχουν βαθιές και στέρεες γενετικές καταβολές και αγάπη για την παράδοση του τόπου που μας γέννησε, ο τόπος αυτός όχι μόνο δεν λησμονιέται, όσο μακριά κι αν βρίσκεται κανείς, αλλά και λειτουργεί μέσα του παραγωγικά χαλκεύοντας μια νοσταλγία που εξιδανικεύει όσα συναρτώνται μ’ αυτόν τον τόπο, που εμείς που ζούμε συνεχώς σ’ αυτόν φτάσαμε να μην εκτιμούμε όσο εκείνοι που ζουν μακριά του.

ΝΙΚΟΣ Μ. ΚΡΥΑ

* Το παρόν άρθρο αναδημοσιεύεται από άγνωστη εφημερίδα  το φύλλο της οποίας κυκλοφόρησε την 28η Σεπτεμβρίου 1988.